Η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας με την υπ’ αριθμό 431/2018 απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου του 2018, έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές των αποδοχών όλων των γιατρών των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Οι εν λόγω περικοπές των αποδοχών είχαν εφαρμοστεί αναδρομικά από την 1η Αυγούστου του 2012 στο πλαίσιο της εφαρμογής της μνημονιακής πολιτικής.

Η απόφαση του ΣτΕ για επαναφορά της προ Αυγούστου 2012 μισθολογικής πολιτικής αφορά το σύνολο των γιατρών των νοσοκομείων του ΕΣΥ και όχι μόνο των διευθυντών, όπως αρχικά είχε θεωρηθεί.

Παράλληλα, για λόγους δημοσίου συμφέροντος το ΣτΕ αποφάσισε ότι μόνο όσοι έχουν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα Διοικητικά Πρωτοδικεία της χώρας θα λάβουν αναδρομικά τις διαφορές των αποδοχών τους. Η επαναφορά όμως του μισθολογικού καθεστώτος σε αυτό που ίσχυε πριν την 1η Αυγούστου 2012 δεν ισχύει μόνο για τους ενάγοντες αλλά για το σύνολο των ιατρών.

Αναλυτικότερα, η συγκεκριμένη απόφαση στηρίχτηκε στην αίτηση τεσσάρων διευθυντών κρατικών νοσοκομείων του ΕΣΥ οι οποίοι προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας να ακυρωθούν οι μισθοδοτικές καταστάσεις τους (βεβαιώσεις αποδοχών) οι οποίες περιελάμβαναν σημαντικές μειώσεις. Οι εν λόγω μειώσεις εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της μνημονιακής νομοθεσίας (νόμοι 4093/2012 και 4046/2012) αλλά και της από 14.11.2012 απόφασης του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών. Επιπλέον, οι ενάγοντες αιτήθηκαν να επανέλθουν οι αποδοχές τους στο προ του Αυγούστου του 2012 καθεστώς. Στο κείμενο προσφυγής τους ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι οι περικοπές των αποδοχών αντιτίθενται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ για τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Στην πρότυπη -σύμφωνα με το νόμο 3900/2010- δίκη, προεδρεύων ήταν ο Νικόλαος Σακελλαρίου, ενώ εισηγητής ήταν ο Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Αραβανής.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκανε δεκτή την αίτηση των τεσσάρων γιατρών του ΕΣΥ, κρίνοντας ότι τόσο οι μνημονιακοί νόμοι όσο και η επίμαχη υπουργική απόφαση «αντίκεινται στο άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος», όπως και στις Συνταγματικές αρχές: α) της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των γιατρών του ΕΣΥ, β) της αναλογικότητας και γ) της ισότητας στα δημόσια βάρη.

Σύμφωνα με το ΣτΕ, οι μόνιμοι γιατροί του ΕΣΥ τελούν σε ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς αλλά και σε ειδικές συνθήκες όσον αφορά στην είσοδό τους αλλά και τα περιθώρια εξέλιξης σε σχέση με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους. Κι αυτό διότι αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία αφού εισέρχονται στο Δημόσιο τομέα σε μεγαλύτερη ηλικία και δεν έχουν την δυνατότητα να απασχοληθούν αλλού ή να ιδιωτεύσουν. Επιπλέον, το κράτος υποχρεούται να παρέχει ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση στους γιατρούς του ΕΣΥ στο πλαίσιο του αναφαίρετου δικαιώματος της παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες.